.άξιν

ἔξιν , ἔξειμι 2
sum
imperf ind act 3rd pl (epic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • SARACENI — populi Arabiae, Agareni, et Ismaelitae quoque dicti, quod ab Agare et Ismaele descenderint: quamvis a Chasluim, uno ex Caini posteris, originem illorum quidam arcessant. A voce Arabica, quae vagum et latronem denotat. Saeculô 5. primum… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • θηρίδιο — το (Α θηρίδιον) νεοελλ. ζωολ. γένος αραχνιδίων αρχ. (υποκορ. τού θηρίον) μικρό θηρίο. [ΕΤΥΜΟΛ. < θηρ + υποκορ. κατάλ. ίδιον, πρβλ. αξιν ίδιον, χοιρ ίδιον] …   Dictionary of Greek

  • κοχλιώρυξ — κοχλιῶρυξ, υχος, ὁ (Α) το κοχλιάριο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοχλίας «σαλιγκάρι» + ῶρυξ (< ορύσσω «σκάβω»), πρβλ. αξιν ώρυξ, δι ώρυξ. Πρόκειται για ειδικό κουτάλι με το οποίο άδειαζαν τα μαγειρεμένα σαλιγκάρια (πρβλ. και κοχλιάριο). Το ω λόγω «εκτάσεως… …   Dictionary of Greek

  • ξινάρι — το είδος μικρής σκαπάνης που χρησιμοποιείται κυρίως στην κηπουρική, μικρή αξίνα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀξιν άριον, υποκορ. τού ἀξίνη / ἀξίνα, με σίγηση τού αρκτ. άτονου α ] …   Dictionary of Greek

  • ορύσσω — και ορύττω (ΑΜ ὀρύσσω, Α και δ. γρφ. ὀρύχω, αττ. τ. ὀρύττω) σκάβω, ανοίγω κοίλωμα στη γη με εκσκαφή, ανασκάπτω, κατασκευάζω όρυγμα («ἔκτοσθεν δὲ βαθεῑαν ὀρύζομεν ἐγγύθι τάφρον», Ομ. Ιλ.) αρχ. 1. (για τους ασπάλακες, τους τυφλοπόντικες) σκάβω… …   Dictionary of Greek

  • ԲԵՒԵՌ — (ի, աց.) NBH 1 486 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 7c, 8c, 9c, 12c գ. ἦλος clavus որ եւ ՍԵՒԵՌ, ՀԵՂՈՅՍ. Կոտոր երկաթոյ կամ այլ ինչ կարծր նիւթոյ՝ սրածայր, ʼի պնդել զայլեւայլ իրս ընդ միմեանս. գամ. մըխ ... լիվի (որ է սէպ).… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.